άλλαχτος

άλλαχτος
-η, -ο
αυτός που δεν άλλαξε ρούχα: Ήταν ένα μήνα άλλαχτος.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • αλλαχτό — το και αλλαχτός, ή, ό βλ. αλλακτός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”